«Δεν μεγαλώσαμε όλοι στο σπίτι στο λιβάδι»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ @ enet.gr

Η συχνή καταπίεση ενός μικρομεσαίου πατέρα στη φαμίλια του, η ασφυκτική συμβίωση με τις παρενέργειές της, η «έκρηξη» επιβίωσης όλων.

Το κοινωνικά τολμηρό έργο του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη «Το σπιρτόκουτο» έκανε αίσθηση ως ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2003. Τώρα ζωντανεύει στο ανακαινισμένο θέατρο «Βικτώρια», σε θεατρική διασκευή Χαράς Τσιώλη και σκηνοθεσία Δημήτρη Κομνηνού (η πρεμιέρα στις 4 Οκτωβρίου στην Κεντρική Σκηνή).

Το βασικό ρόλο του αυταρχικού και φωνακλά πατέρα ερμηνεύει ο Κώστας Μπάρας, που έχει μια 22χρονη διαδρομή επί σκηνής.

– Πώς θα περιέγραφες τον ήρωα, το χαρακτήρα που ερμηνεύεις;

«Ο Δημήτρης έχει μια καφετέρια στον Κορυδαλλό. Ονειρεύεται όμως ν’ ανοίξει και ένα πιάνο-ρέστοραν. Και του την «πέφτει» όλο το σόι! Κι αυτός αντιδράει. Αυτή τη μέρα όμως, με τρελή ζέστη και υγρασία και το ερ-κοντίσιον χαλασμένο, αυτή η αντί-δράση προκαλεί σπίθα, η σπίθα ανάφλεξη… έκρηξη… και πάει λέγοντας… μέχρι που στο τέλος… Αρκετά όμως με την υπόθεση του έργου.

Ο ήρωάς μας δεν είναι σίγουρα το «ιδανικό μοντέλο» πατέρα, αλλά, δυστυχώς, είναι ένα «είδος» που φοβάμαι πως ευδοκιμεί παγκοσμίως και ανά τους αιώνες! Ο ίδιος ο Οικονομίδης πιστεύει πως είναι χαρακτηριστικό της μικρομεσαίας τάξης. Εγώ δυστυχώς δεν είμαι τόσο… αισιόδοξος! Φοβάμαι πως τέτοια φαινόμενα αποτελούν μια μικρή «επιδημία»».

Αρχηγικό παιχνίδι

– Καταπιεστικός, οξύθυμος, υβρεολόγος. Εχει κάποια ελαφρυντικά;

«Ναι! Είναι «αυτός που είναι». Ισως γιατί πολλά «έτσι τα έμαθε, έτσι τα κάνει». Νομίζω όμως πως και ο ίδιος είναι το αποτέλεσμα κάποιας άλλης καταπίεσης. Ισως ακουστεί παράδοξο, αλλά τον θεωρώ φορέα και θύμα ταυτόχρονα ενός παραδοσιακά αποδεκτού μοντέλου συμπεριφοράς που εξακολουθεί να υφίσταται και να διαιωνίζει κανόνες και όρους κανιβαλικούς στο «ανθρώπινο» αυτό παιχνίδι συμβίωσης και επιβίωσης που λέγεται «ποιος είναι ο αρχηγός εδώ;»».

– Εχει κάτι κοινό μ’ εσένα;

«Το πολύ ενδιαφέρον και όμορφο -αν και τρομακτικό καμιά φορά- είναι τα πόσα κοινά βρίσκω να έχω εγώ με αυτόν! Δεν εννοώ τα νεύρα, τις φωνές, τα βρισίδια κ.λπ. Οχι μόνο αυτά τουλάχιστον! Ψάχνοντας να τον «βρω», να τον γνωρίσω και να τον κατανοήσω, να τον κάνω όχι δικό μου αλλά τουλάχιστον φίλο μου -για να σας τον γνωρίσω μετά και σε σας- έκανα βόλτες σε μέρη «σκοτεινά», ίσως ξεχασμένα, ίσως και καταχωνιασμένα, μέσα μου αλλά και γύρω μου. Το υπέροχο παραξένισμα με αυτόν το ρόλο είναι πως είναι τόσο ανυπόφορα πραγματικός που φτάνει να γίνει σχεδόν «αρχετυπικός»! Ετσι κάποιες φορές οι κραυγές του ακούγονται ίσως και λυτρωτικές. Κι αυτό είναι τραγικό. Γιατί δεν είναι ο μόνος! Ολοι γύρω του ουρλιάζουν, προσπαθώντας να ακουστούν κι αυτοί, να επιβληθούν ή έστω να μιλήσουν. ‘Η απλά για να μη νιώθουν τόσο μόνοι».

– Εχεις πιάσει τον εαυτό σου… εκτός εαυτού;

«Οπα! Φτάσαμε κιόλας στα δύσκολα!… Εντάξει… οι φίλοι μου δεν με φωνάζουν Τσαρλς Μάνσον. Τώρα που το σκέφτομαι, όμως, δεν μ’ έχει πει κανείς και Γκάντι!».

Συνηθισμένο «μπινελίκι»

– Πόσο αναγνωρίσιμη είναι μια τέτοιου είδους καταπίεση σε μια εποχή υποτίθεται άκρατης ελευθερίας;

«Ολο το καλοκαίρι στις πρόβες, δουλεύοντας με αυτοσχεδιασμούς και συζητώντας με θέμα το «Σπιρτόκουτο«, σχεδόν όλοι μας είχαμε να διηγηθούμε μια ανάλογη ιστορία κάποιων γνωστών τους, γειτόνων τους, ακόμη και συγγενών ή και δικών τους ανθρώπων. Εντάξει! Μην παίζουμε συνέχεια τους αθώους. Δεν μεγαλώσαμε όλοι στο «μικρό σπίτι στο λιβάδι». Οσο τώρα για την άκρατη ελευθερία δεν ξέρω πόσο ελεύθερη είναι μια ελευθερία, τόσο θεσμοθετημένη! Μάλλον περί ελευθεριότητας πρόκειται».

– Ποια είναι η πιο υγιής αντίδραση στην καταπίεση, στη βίαιη συμπεριφορά;

«Εχω ακούσει να λένε πως όταν σου συμβεί κάτι «έντονο», καλύτερα να μετρήσεις πρώτα μέχρι το 10 και ύστερα να αντιδράσεις. Το πρόβλημα με τους περισσότερους είναι ότι μετράνε μέχρι το 9 ή κάποιοι δεν ξέρουν να μετράνε καν! Χιούμορ; Γιατί όχι; Ολα τα άλλα εμπίπτουν στο πεδίο της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας κ.λπ.».

– Στο έργο είναι έντονο το υβρεολόγιο. Αυτό το «μπινελίκι» μπορεί να σοκάρει, ν’ απωθήσει το θεατή -ίσως όχι ένα νεαρό θεατή, αλλά ένα μεσήλικο και πάνω;

«Δεν νομίζω πως το «μπινελίκι» του έργου θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα για οποιονδήποτε θεατή που έστω και μια φορά στη ζωή του περπάτησε στο κέντρο της πόλης, μπήκε σε λεωφορείο, χάζεψε το μεσημέρι τηλεόραση ή έζησε έστω και μια μόνο μέρα δίπλα σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Ε, μην τρελαθούμε κιόλας! Στην Ελλάδα του 2007 ζούμε!».

– Αφήνει κάποιο «φως» το έργο;

«Μια από τις λειτουργίες της Τέχνης είναι νομίζω και το να «φωτίζει» σκοτεινές γωνιές της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό μάλλον σε χώρους όπως μουσεία, κινηματογράφοι, θέατρα, τις ώρες που λειτουργούν έχουν πάντα αναμμένα τα «φώτα ασφαλείας». Αυτά τα φώτα, ξέρετε, με την ένδειξη «έξοδος κινδύνου». Εμείς στο θέατρο «Βικτώρια» τα αφήνουμε αναμμένα όλη μέρα, και τώρα όσο κάνουμε πρόβες ακόμη».

* Στο «Σπιρτόκουτο» παίζουν επίσης οι Τζένη Σκαρλάτου, Μελέτης Γεωργιάδης, Μαριάννα Λαμπίρη, Γιώργος Κατινάς, Αρης Τσαμπαλίκας, Χριστίνα Δενδρινού. Τα σκηνικά-κοστούμια είναι του Γιώργου Λυντζέρη, η μουσική και το βίντεο του Ανδρέα Τρούσσα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/09/2007

Advertisements

~ από dirakis στο Σεπτεμβρίου 30, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: